
Η τραγωδία στα Τέμπη, που σημάδεψε την Ελλάδα στις 28 Φεβρουαρίου 2023, αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές στιγμές στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Η σύγκρουση δύο τρένων, που στοίχισε τη ζωή σε 57 ανθρώπους και τραυμάτισε δεκάδες άλλους, δεν ήταν απλώς ένα ατύχημα, αλλά μια καταστροφή που ανέδειξε χρόνιες παθογένειες του ελληνικού κράτους: αδιαφορία, κακοδιαχείριση και έλλειψη λογοδοσίας. Ωστόσο, πέρα από την ανείπωτη θλίψη και την ανάγκη για δικαιοσύνη, η υπόθεση αυτή μετατράπηκε γρήγορα σε πεδίο πολιτικής εκμετάλλευσης, με τον ΣΥΡΙΖΑ να πρωταγωνιστεί σε ένα παιχνίδι που πολλοί χαρακτηρίζουν ως “βρώμικο”.
Η τραγωδία και η αρχική αντίδραση
Η σύγκρουση στα Τέμπη αποκάλυψε σοβαρές ελλείψεις στη λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου. Η έλλειψη σύγχρονων συστημάτων τηλεδιοίκησης, οι κακές συνθήκες συντήρησης και η ανεπαρκής εκπαίδευση του προσωπικού ήταν μόνο μερικά από τα προβλήματα που ήρθαν στο φως. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ανέλαβε την ευθύνη να διερευνήσει τα αίτια και να αποδώσει δικαιοσύνη, αν και η αντιπολίτευση την κατηγόρησε για καθυστερήσεις και προσπάθειες συγκάλυψης.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αξιωματική αντιπολίτευση, είχε κάθε δικαίωμα να ασκήσει κριτική και να πιέσει για διαφάνεια. Ωστόσο, η στάση του κόμματος ξεπέρασε τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης και εισήλθε σε μια επικίνδυνη ζώνη εργαλειοποίησης του πόνου των θυμάτων και των οικογενειών τους.
Η πολιτική εκμετάλλευση του πόνου
Από την πρώτη στιγμή, ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να υιοθετήσει μια στρατηγική που βασίστηκε στη συναισθηματική φόρτιση και την καταγγελτική ρητορική, αντί για μια ψύχραιμη και τεκμηριωμένη κριτική. Ο Αλέξης Τσίπρας και στελέχη του κόμματος έσπευσαν να μιλήσουν για “έγκλημα” και “δολοφονία”, πριν καν ολοκληρωθούν οι πρώτες έρευνες. Η λέξη “Τέμπη” έγινε σύνθημα στα χείλη τους, ένα εργαλείο για να πλήξουν την κυβέρνηση, χωρίς πάντα να συνοδεύεται από συγκεκριμένες προτάσεις ή αποδείξεις.
Η στάση αυτή κορυφώθηκε με την υποστήριξη θεωριών συνωμοσίας που κυκλοφόρησαν ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Υπονοήσεις για “κουκούλωμα” της υπόθεσης, για “μυστικές συμφωνίες” και για “εξαφάνιση στοιχείων” βρήκαν πρόσφορο έδαφος σε έναν πληθυσμό που διψούσε για απαντήσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντί να αποστασιοποιηθεί από αυτές τις ακραίες φωνές, τις ενίσχυσε έμμεσα, αφήνοντας στελέχη του να τις αναπαράγουν ή να τις υιοθετούν με μισόλογα.

Η εξεταστική επιτροπή και η θεατρική παράσταση
Η σύσταση εξεταστικής επιτροπής στη Βουλή για τα Τέμπη ήταν μια ευκαιρία να φωτιστούν οι ευθύνες και να προταθούν λύσεις. Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε τη διαδικασία σε πολιτικό θέατρο. Οι βουλευτές του κόμματος επικεντρώθηκαν σε επιθέσεις κατά της κυβέρνησης, αντί να προωθήσουν μια ουσιαστική διερεύνηση. Οι ερωτήσεις τους συχνά στόχευαν στη δημιουργία εντυπώσεων, ενώ η επιμονή σε σενάρια χωρίς αποδείξεις, όπως η υποτιθέμενη “αλλοίωση του χώρου του δυστυχήματος”, αποδυνάμωσε την αξιοπιστία της διαδικασίας.
Παράλληλα, ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι προστατεύει “ημέτερους”, αναφερόμενος κυρίως στον τότε υπουργό Μεταφορών, Κώστα Καραμανλή, ο οποίος παραιτήθηκε μετά το δυστύχημα. Ωστόσο, οι κατηγορίες αυτές δεν συνοδεύτηκαν από αδιάσειστα στοιχεία που να αποδεικνύουν προσωπική ευθύνη, κάτι που ενίσχυσε την εντύπωση ότι ο στόχος δεν ήταν η αλήθεια, αλλά η πολιτική φθορά της ΝΔ.
Η στάση απέναντι στις οικογένειες των θυμάτων
Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η προσέγγιση των οικογενειών των θυμάτων. Ενώ είναι θεμιτό ένα κόμμα να συμπαραστέκεται στους πληγέντες και να στηρίζει το αίτημά τους για δικαιοσύνη, η γραμμή ανάμεσα στη συμπαράσταση και την εκμετάλλευση είναι λεπτή. Ο ΣΥΡΙΖΑ φάνηκε να εκμεταλλεύεται τον πόνο τους, προβάλλοντάς τον ως “απόδειξη” της κυβερνητικής αδιαφορίας, χωρίς να προσφέρει πάντα συγκεκριμένες λύσεις ή να σέβεται την ανάγκη τους για αποστασιοποίηση από την πολιτική αντιπαράθεση.
Ορισμένες οικογένειες εξέφρασαν μάλιστα τη δυσφορία τους για την υπερβολική πολιτικοποίηση της υπόθεσης, τονίζοντας ότι ο αγώνας τους δεν πρέπει να γίνει σημαία κανενός κόμματος. Παρόλα αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ συνέχισε να προβάλλει το ζήτημα ως κεντρικό στοιχείο της αντιπολιτευτικής του τακτικής, ακόμα και όταν αυτό φαινόταν να εξυπηρετεί περισσότερο τα δικά του συμφέροντα παρά την υπόθεση της δικαιοσύνης.
Η υποκρισία και το παρελθόν του ΣΥΡΙΖΑ
Αξίζει να σημειωθεί ότι η στάση του ΣΥΡΙΖΑ στα Τέμπη δεν μπορεί να κριθεί αποκομμένη από το δικό του παρελθόν. Όταν το κόμμα βρισκόταν στην κυβέρνηση (2015-2019), οι επενδύσεις στον σιδηρόδρομο ήταν ελάχιστες, ενώ τα προβλήματα του ΟΣΕ παρέμεναν άλυτα. Η ιδιωτικοποίηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, που ολοκληρώθηκε επί ΣΥΡΙΖΑ, δεν συνοδεύτηκε από τις απαραίτητες υποδομές ασφάλειας, κάτι που σήμερα το κόμμα παραλείπει να αναφέρει. Η κριτική του στην κυβέρνηση της ΝΔ για τα Τέμπη, χάνει μέρος της αξιοπιστίας της όταν προέρχεται από ένα κόμμα που δεν έδρασε αποφασιστικά όταν είχε την ευκαιρία.
Η τραγωδία στα Τέμπη είναι μια πληγή που δεν θα κλείσει εύκολα για την ελληνική κοινωνία. Οι ευθύνες πρέπει να αποδοθούν, οι ένοχοι να τιμωρηθούν και το σύστημα να αλλάξει ριζικά για να μην ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο. Όμως, η στάση του ΣΥΡΙΖΑ, με την υπερβολική πολιτικοποίηση, την εργαλειοποίηση του πόνου και την έλλειψη ουσιαστικής πρότασης, δεν τιμά τη μνήμη των θυμάτων. Αντί να συμβάλει στη λύση, το κόμμα φαίνεται να παίζει ένα “βρώμικο παιχνίδι”, στοχεύοντας σε πολιτικά οφέλη αντί για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Η Ελλάδα χρειάζεται ενότητα και σοβαρότητα σε τέτοιες στιγμές, όχι μικροκομματικές σκοπιμότητες.