
Τρίτη συνεχόμενη πτωτική συνεδρίαση κατέγραψε την Τετάρτη το Χρηματιστήριο Αθηνών, σε μία ημέρα έντονης μεταβλητότητας, κατά την οποία οι τράπεζες επιχείρησαν να αλλάξουν το κλίμα, αλλά οι πιέσεις σε μεγάλο μέρος των μη τραπεζικών blue chips δεν επέτρεψαν στον Γενικό Δείκτη να διατηρήσει το θετικό πρόσημο.
Ακολουθήστε το sofokleous10.gr στη Google
Προσθέστε μας στις προτιμώμενες πηγές σας για να βλέπετε συχνότερα τις ειδήσεις και τις αναλύσεις μας στη Google.
Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε στις 2.648,58 μονάδες με πτώση 0,32%, έχοντας κινηθεί από τις 2.635,33 έως τις 2.661,26 μονάδες. Ο FTSE/ΧΑ Large Cap υποχώρησε κατά 0,25% στις 6.777,06 μονάδες, ενώ αντίθετα ο Τραπεζικός Δείκτης ενισχύθηκε κατά 0,41% στις 3.127,26 μονάδες.
Η αξία των συναλλαγών διαμορφώθηκε στα 307,1 εκατ. ευρώ, με περίπου 14,5 εκατ. ευρώ να αφορούν προσυμφωνημένες πράξεις. Ο όγκος είχε ήδη φθάσει τα 30 εκατ. τεμάχια πριν από τις τελικές δημοπρασίες, όταν ο τζίρος βρισκόταν ακόμη στα 230 εκατ. ευρώ, γεγονός που δείχνει πόσο σημαντική ήταν για μία ακόμη ημέρα η δραστηριότητα προς το τέλος της συνεδρίασης.
Από το -0,8% στο θετικό πρόσημο και ξανά πίσω
Η συνεδρίαση είχε ουσιαστικά τρεις διαφορετικές φάσεις. Η αγορά ξεκίνησε πτωτικά, με τον Γενικό Δείκτη να ανοίγει στις 2.651,28 μονάδες, και σχετικά γρήγορα οι πωλητές οδήγησαν την αγορά στο χαμηλό των 2.635,33 μονάδων, δηλαδή περίπου 0,8% χαμηλότερα από το προηγούμενο κλείσιμο.
Στη συνέχεια, όμως, η εικόνα άλλαξε. Οι αγοραστικές παρεμβάσεις στις τράπεζες, κυρίως σε Alpha Bank, Πειραιώς και Εθνική, επέτρεψαν στον ΔΤΡ να φθάσει ενδοσυνεδριακά έως το +1,11%, ενώ ο Γενικός Δείκτης πέρασε πρόσκαιρα σε θετικό έδαφος, φθάνοντας έως τις 2.661,26 μονάδες. Η προσπάθεια δεν είχε συνέχεια και οι τελευταίες πράξεις επανέφεραν την αγορά κάτω από τις 2.650 μονάδες.
Το ημερήσιο εύρος του Γενικού Δείκτη ήταν 25,93 μονάδες, σχεδόν 1% της αξίας του δείκτη, αρκετά μεγάλο για μία συνεδρίαση που τελικά έκλεισε με σχετικά περιορισμένη μεταβολή. Αυτό ακριβώς είναι και το σημαντικότερο στοιχείο της ημέρας: κάτω από το τελικό -0,32% κρύβεται μία αγορά με σαφώς μεγαλύτερη εσωτερική νευρικότητα.
Οι τράπεζες περιόρισαν τη ζημιά
Ο τραπεζικός κλάδος ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο η πτώση του Γενικού Δείκτη παρέμεινε ελεγχόμενη. Ο ΔΤΡ έκλεισε στις 3.127,26 μονάδες με άνοδο 0,41%, έχοντας διακυμανθεί μεταξύ 3.097,20 και 3.148,84 μονάδων.
Η Alpha Bank ξεχώρισε με άνοδο 1,72% στα 4,624 ευρώ, η Πειραιώς κέρδισε 1,04% στα 10,25 ευρώ και η Εθνική ενισχύθηκε κατά 0,80% στα 16,97 ευρώ. Αντίθετα, η Eurobank υποχώρησε κατά 0,54% στα 4,58 ευρώ, η Τράπεζα Κύπρου κατά 1,70%, η Optima κατά 0,58% και η CrediaBank κατά 0,70%.
Η σχετική αντοχή των τραπεζών αποκτά ιδιαίτερο βάρος καθώς συμπίπτει με τις νέες τοποθετήσεις διεθνών οίκων για τον κλάδο και με τις προσδοκίες εισροών ενόψει της μετάβασης της ελληνικής αγοράς στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών.
HELLENiQ Energy και ΔΕΗ κράτησαν – Βαριές πιέσεις σε ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Metlen και Allwyn
Στην υπόλοιπη υψηλή κεφαλαιοποίηση η εικόνα ήταν σαφώς πιο αδύναμη. Η HELLENiQ Energy ήταν η καλύτερη μετοχή του FTSE 25 με άνοδο 2,06% στα 15,84 ευρώ, ενώ η ΔΕΗ ενισχύθηκε κατά 0,85% στα 23,80 ευρώ και η Aktor κατά 0,59%.
Στον αντίποδα, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ έκλεισε με πτώση 2,38% στα 44,34 ευρώ, η ΕΥΔΑΠ έχασε 2,24%, η Metlen 2,22% στα 47,52 ευρώ και η Allwyn υποχώρησε κατά 2,09% στα 13,10 ευρώ. Η Motor Oil έκλεισε στα 61 ευρώ με -1,69%, ενώ ο ΟΤΕ υποχώρησε κατά 1,26% στα 19,65 ευρώ.
Η εικόνα αποτυπώνει μία αγορά στην οποία δεν υπάρχει μαζική έξοδος κεφαλαίων, αλλά έντονο rotation: οι επενδυτές μειώνουν έκθεση σε τίτλους που έχουν προηγηθεί ή επηρεάζονται περισσότερο από την αύξηση των αποδόσεων και ταυτόχρονα αναζητούν στήριγμα στις τράπεζες και σε επιλεγμένες ενεργειακές μετοχές.
Ο μεγάλος τζίρος αλλάζει την ανάγνωση της συνεδρίασης
Ο τζίρος των 307,1 εκατ. ευρώ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αμελητέος. Μετά την ακραία συναλλακτική δραστηριότητα του rebalancing της Δευτέρας, η αγορά εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικά υψηλότερα επίπεδα συναλλαγών σε σχέση με την εικόνα προηγούμενων μηνών.
Αυτό έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία πλευρά, η πτώση με υψηλό τζίρο θέλει προσοχή, καθώς δείχνει ότι υπάρχουν πραγματικές ρευστοποιήσεις και όχι απλώς έλλειψη αγοραστών. Από την άλλη, η δυνατότητα της αγοράς να απορροφά σημαντικές προσφορές κοντά στα υψηλά 17 ετών χωρίς απότομη διόρθωση επιβεβαιώνει ότι η ελληνική αγορά έχει πλέον μεγαλύτερο βάθος.
Τεχνική εικόνα
Το κλείσιμο στις 2.648,58 μονάδες αφήνει τον Γενικό Δείκτη σε μια κρίσιμη ενδιάμεση ζώνη. Η θετική πλευρά είναι ότι η αγορά αντέδρασε έντονα από το χαμηλό των 2.635 μονάδων. Η αρνητική είναι ότι, παρά την τραπεζική αντίδραση, δεν μπόρεσε να κρατήσει ούτε τις 2.650 μονάδες ούτε το πρόσκαιρο πέρασμα πάνω από τις 2.660.
Σε πολύ βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, η περιοχή 2.635–2.650 μονάδων λειτουργεί ως πρώτη ζώνη ισορροπίας. Η ουσιαστική, όμως, τεχνική στήριξη εντοπίζεται στις 2.600–2.585 μονάδες. Όσο αυτή η ζώνη παραμένει ανέπαφη, η τρέχουσα υποχώρηση μπορεί ακόμη να θεωρηθεί φυσιολογική διόρθωση μετά την προσέγγιση των 2.700 μονάδων και όχι αλλαγή της μεσοπρόθεσμης τάσης.
Απώλεια των 2.585 μονάδων, ιδίως με αυξημένο τζίρο, θα αλλάξει αισθητά την εικόνα και θα ανοίξει χώρο αρχικά προς τις 2.500 μονάδες. Χαμηλότερα, τα επόμενα τεχνικά επίπεδα εντοπίζονται στις 2.470, 2.420 και 2.400 μονάδες, ενώ αρκετά μακρύτερα βρίσκονται οι μακροπρόθεσμοι κινητοί μέσοι των 200 ημερών στην περιοχή 2.300–2.325 μονάδων.
Στην αντίθετη κατεύθυνση, η σημερινή κορυφή των 2.661 μονάδων αποτελεί το πρώτο σημείο που πρέπει να ανακτηθεί. Η πραγματική δοκιμασία παραμένει οι 2.700 μονάδες. Μόνο μία καθαρή διάσπαση και, κυρίως, κλείσιμο πάνω από αυτό το επίπεδο θα επαναφέρει το ισχυρό ανοδικό momentum, με επόμενες περιοχές τις 2.720–2.750 και, σε δεύτερο χρόνο, τις 2.800 μονάδες.
Ο Τραπεζικός Δείκτης διατηρεί καλύτερη σχετική εικόνα. Οι 3.150 μονάδες παραμένουν η άμεση αντίσταση και οι 3.200 μονάδες το επίπεδο που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει νέο ανοδικό σκέλος. Κρίσιμη βάση εξακολουθούν να αποτελούν οι 3.000 μονάδες, με επόμενες στηρίξεις στις 2.950 και 2.900.
Ο FTSE 25, τέλος, έκλεισε στις 6.777,06 μονάδες, έχοντας βρει ενδοσυνεδριακή στήριξη στις 6.739,20 μονάδες. Η περιοχή των 6.810–6.820 μονάδων αποτελεί την πρώτη αντίσταση, ενώ η επιστροφή προς το πρόσφατο υψηλό των περίπου 6.914 μονάδων θα απαιτήσει ουσιαστική επαναφορά του αγοραστικού ενδιαφέροντος στα βαριά μη τραπεζικά χαρτιά.
Διεθνές φόντο
Το εξωτερικό περιβάλλον παραμένει το βασικό εμπόδιο για μία νέα άμεση επίθεση του ΧΑ στις 2.700 μονάδες. Οι ευρωπαϊκές αγορές κινήθηκαν εκ νέου πτωτικά, με τον STOXX Europe 600 να χάνει περίπου 0,3% και να υποχωρεί σε χαμηλό ενός μήνα, καθώς η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και η νέα ένταση στη Μέση Ανατολή αυξάνουν το ασφάλιστρο κινδύνου. Το Brent κινήθηκε πάνω από τα 95 δολάρια, ενώ η απόδοση του γερμανικού 10ετούς έφθασε σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2011.
Στη Wall Street η εικόνα στο ξεκίνημα ήταν περισσότερο ισορροπημένη: ο Dow ενισχυόταν περίπου 0,5%, ο S&P 500 γύρω στο +0,1%, ενώ ο Nasdaq βρισκόταν οριακά αρνητικός. Η γεωπολιτική ένταση και η πορεία της ενέργειας εξακολουθούν, ωστόσο, να υπερκαλύπτουν μεγάλο μέρος των θετικών εταιρικών ειδήσεων.
Το σημαντικότερο νέο δεδομένο είναι η Fed. Ο Kevin Warsh άνοιξε πλέον σαφώς την πόρτα σε αυστηρότερη νομισματική πολιτική εάν ο πληθωρισμός δεν επιστρέψει πειστικά προς τον στόχο του 2%. Μετά τις τελευταίες δηλώσεις του αυξήθηκαν οι προσδοκίες για άνοδο επιτοκίων στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου, ενώ η Barclays εκτιμά πλέον δύο αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης, τον Σεπτέμβριο και τον Δεκέμβριο.
Για τις μετοχές, αυτό σημαίνει ότι η άνοδος του πετρελαίου δεν αποτελεί απλώς γεωπολιτικό γεγονός. Μετατρέπεται σε πληθωριστικό γεγονός και, μέσω των επιτοκίων και των αποδόσεων των ομολόγων, σε άμεσο παράγοντα αποτίμησης.
Γνώμες ειδικών
Η εικόνα των διεθνών αναλυτών για την ελληνική αγορά παραμένει αισθητά καλύτερη από τη βραχυπρόθεσμη συμπεριφορά του Γενικού Δείκτη. Η Morgan Stanley προχώρησε σήμερα σε αύξηση των τιμών-στόχων και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, θεωρώντας ότι η Ελλάδα διαθέτει μία από τις ισχυρότερες προοπτικές πιστωτικής επέκτασης στην Ευρώπη. Δίνει στόχο 5,50 ευρώ για την Alpha Bank, 12,30 ευρώ για την Πειραιώς, 5,40 ευρώ για τη Eurobank και 19,30 ευρώ για την Εθνική, επιλέγοντας μάλιστα την Alpha ως top pick.
Παράλληλα, η JP Morgan εκτιμά ότι η ένταξη ελληνικών μετοχών στον STOXX Europe 600 και η μετάβαση της αγοράς στην κατηγορία Developed Markets μπορούν να δημιουργήσουν συναλλαγές περίπου 1,16 δισ. δολαρίων, με συνολικές αναμενόμενες εισροές άνω του 1 δισ. Η αλλαγή καθεστώτος τίθεται σε ισχύ στις 21 Σεπτεμβρίου, δημιουργώντας έναν σαφή εγχώριο καταλύτη απέναντι στο δύσκολο διεθνές περιβάλλον.
Η ουσία είναι ότι η μεσοπρόθεσμη επενδυτική ιστορία του Χρηματιστηρίου Αθηνών δεν έχει ακυρωθεί. Βραχυπρόθεσμα, όμως, η αγορά χρειάζεται να υπερασπιστεί τις 2.600–2.585 μονάδες και να ξαναπάρει τις 2.700, προτού μπορούμε να μιλήσουμε για επανεκκίνηση της ανοδικής κίνησης. Μέχρι τότε, το πιθανότερο σκηνικό είναι αυξημένη μεταβλητότητα, rotation μεταξύ κλάδων και πολύ μεγαλύτερη σημασία στην επιλογή μετοχών παρά στην κατεύθυνση του ίδιου του δείκτη.