
Όλοι γνώριζαν ότι η στροφή προς το κέντρο του πρωθυπουργού κ.Κ. Μητσοτάκη θα είχε κάποιο κόστος. Κανείς δεν γνωρίζει ακόμα και σήμερα ποιο θα είναι αυτό το κόστος. Είναι προφανές, όπως έχει γραφτεί χιλιάδες φορές από πολλά μέσα μαζικής ενημέρωσης, ότι πρωτοβουλίες της κυβέρνησης όπως ο γάμος των ομοφυλοφίλων αλλά και η μεταναστευτική της πολιτική την είχαν αποξενώσει από το δεξιό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας.
Όμως αυτό δεν μπορούσε να εκφραστεί λόγω της μη σόβαρης κατάστασης που επικρατούσε στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας. Η πολυσυζητημένη εκλογή του Trump στις ΗΠΑ φαίνεται πως ήταν η θρυαλλίδα και των εγχώριων εξελίξεων. Υπό αυτό το πρίσμα καθίσταται εξαιρετικά ενδιαφέρον το τι θα πράξει, αν θα πράξει, το επόμενο χρονικό διάστημα ο κ. Σαμαράς; Θα προσπαθήσει δηλαδή με κάποιον τρόπο να εκφράσει την δεξιά δυσφορία που υπάρχει σήμερα σε μέρος της κοινωνίας ή θα παραμείνει απλώς ένας γραφικός πρώην πρωθυπουργός που θα σχολιάζει από το γραφείο του κατά το δοκούν;
Έχουν περάσει 32 χρόνια από τον Οκτώβριο του 1992, όταν ο κ. Σαμαράς αποφάσισε να παραιτηθεί από τη ΝΔ και να δώσει τη θέση του στη Μεσσηνία. Ο πρώην αγαπημένος όλων των προεδρικών κύκλων της ΝΔ είχε προηγουμένως απομακρυνθεί από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών και είχε αρχίσει να κατανοεί ότι μπορούσε να διαμορφώσει τις εξελίξεις. Ίδρυσε την Πολιτική Άνοιξη και ενθάρρυνε τους πολιτικούς του φίλους, Στέφανο Στεφανόπουλο και Γιώργο Συμπιλίδη, να ανεξαρτητοποιηθούν, με αποτέλεσμα την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Τότε ήταν 42 ετών και φαινόταν ότι είχε μπροστά του πολλές δυνατότητες, αν και ήταν βουλευτής από το 1977. Σήμερα, στα 73 του χρόνια και με μια εκτενή πολιτική πορεία πίσω του, το επόμενο βήμα του φαίνεται αβέβαιο.
Γυρνώντας στο σήμερα, ο κ. Σαμαράς είναι ένας πολιτικός που πιστεύει ακράδαντα ότι επιλέγει την ορθή πορεία για τον τόπο. Θεωρεί ότι οι απόψεις του μπορεί να είναι περιστασιακά αιρετικές ή μη δημοφιλείς, ωστόσο πιστεύει ότι είναι χρήσιμες και τελικά δικαιώνονται, έστω και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Επισημαίνει -και είναι αλήθεια- ότι εδώ και κάποιο καιρό προειδοποιεί για την στροφή προς τα δεξιά που παρατηρείται στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Απαντά σε συνομιλητές του πως συνεχώς επισημαίνει την αναγνώριση της woke agenda και του υπερβολικού δικαιωματισμού. Ως ενδεικτικό της θέσης του, τις προάλλες βρέθηκε στα ΕΛΤΑ Κηφισιάς, κοντά στο σπίτι του, όπου συνομίλησε με πολίτες που τον πλησίασαν για να συζητήσουν σχετικά με το θέμα αυτό.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση του Κώστα Καραμανλή μετά τις χθεσινές ραγδαίες εξελίξεις. Πηγές από το περιβάλλον του επιλέγουν να μην σχολιάσουν τη διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά, ούτε και τη συνέντευξή του. Επίσημα αναφέρουν ότι δεν υπήρξε καμία συνεννόηση μεταξύ τους, αν και είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ο κ. Καραμανλής δεν ήταν ενήμερος, δεδομένου ότι τον τελευταίο καιρό συνεργάζεται στενά με τον κ. Σαμαρά.
Αναμφίβολα, η πρόταση για την υποψηφιότητα του Κώστα Καραμανλή στην Προεδρία της Δημοκρατίας δημιουργεί πίεση στον κ. Μητσοτάκη, ο οποίος θα βρεθεί στη θέση να δικαιολογήσει ενδεχόμενη άρνηση μπροστά στη βάση του κόμματος. Επιπλέον, είναι πλέον πολύ δύσκολο να βρει κάποιο πρόσωπο εκτός της παράταξης για το γραφείο της Ηρώδου Αττικού.
Μετά τις χθεσινές εξελίξεις, πολλοί αναρωτιούνται πού θα στραφεί πλέον ο κ. Σαμαράς και ποιο θα είναι το επόμενο βήμα του. Ορισμένα κόμματα που βρίσκονται πιο δεξιά από τη ΝΔ προσπαθούν ήδη να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να ωφεληθούν από τη διαγραφή του Σαμαρά.
Στο μεταξύ, με φόντο την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ που επηρεάζει τη διεθνή και εγχώρια πολιτική σκηνή, η Αφροδίτη Λατινοπούλου σχολίασε ότι «σήμερα κάποιοι μπέρδεψαν το μπόι τους με τον ίσκιο τους. Δεν διαγράφεται η ιστορία, κ. Πρωθυπουργέ». Αντίστοιχα, ο Κυριάκος Βελόπουλος σημείωσε ότι «αφού δεν υπάρχει η έξωθεν καλή μαρτυρία και η ενότητα σε μια κυβέρνηση που παραπαίει, η μόνη λύση είναι οι εκλογές».
Η χθεσινή εξέλιξη συμπίπτει, όχι τυχαία σύμφωνα με ορισμένους, με την παραίτηση του Α’ Γενικού Διευθυντή του υπουργείου Εξωτερικών, Ρούσου Κούνδουρου, ο οποίος κατήγγειλε μυστική διπλωματία και παρασκηνιακή διαπραγμάτευση ανάμεσα στην Αθήνα και την Άγκυρα.
Από το μεσημέρι της Παρασκευής στο Μέγαρο Μαξίμου είχε σημάνει συναγερμός, καθώς έγινε γνωστό ότι ο Αντώνης Σαμαράς, στη συνέντευξή του στο «Βήμα της Κυριακής», εξαπέλυε σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση και προσωπικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη, ζητώντας την παραίτηση του Γεραπετρίτη και προτείνοντας τον Κώστα Καραμανλή για Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Το θέμα απασχόλησε και τη πρωινή σύσκεψη υπό τον πρωθυπουργό, ο οποίος, αφού διάβασε προσεκτικά τη συνέντευξη, πήρε την απόφαση να προχωρήσει στη ριζοσπαστική κίνηση διαγραφής του πρώην πρωθυπουργού. Το «ραγισμένο γυαλί» μεταξύ των δύο φαίνεται ότι πλέον έσπασε οριστικά.
Η εξέλιξη αυτή ήταν αναπόφευκτη, σύμφωνα με κύκλους του πρωθυπουργού, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι συνεχείς επιθέσεις του κ. Σαμαρά τροφοδότησαν ένα κλίμα εσωστρέφειας στην παράταξη και η εκτίμηση ήταν ότι οι επιθέσεις του θα γίνονταν ακόμη πιο επιθετικές με την πάροδο του χρόνου.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με την χθεσινή του γενναία απόφαση, ήθελε να αποδείξει ότι έχει την αποφασιστικότητα να λάβει οποιοδήποτε μέτρο χρειάζεται προκειμένου να περιορίσει την εσωκομματική δυσαρέσκεια και τις αμφισβητήσεις, στέλνοντας παράλληλα ένα μήνυμα προς όλους τους διαφωνούντες σχετικά με την πορεία τους.
Κεντρικό ρόλο παίζουν οι βουλευτές που στηρίζουν τον κ. Σαμαρά (εκτιμώνται σε 6 – 7), οι οποίοι αναμένεται να δείξουν εάν θα συνεχίσουν τις σφοδρές επικρίσεις κατά της κυβέρνησης και αν θα ακολουθήσουν τον πρώην πρωθυπουργό στην αποχώρησή του από την γαλάζια Κ.Ο., προκαλώντας έτσι «σεισμό» στην πολιτική σκηνή. Αυτό συμβαίνει τη στιγμή που σε περίπου ένα μήνα θα διεξαχθεί στη Βουλή η ψηφοφορία για τον Προϋπολογισμό του επόμενου έτους, η οποία παραδοσιακά έχει τη μορφή ψήφου εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση.
Με αυτά τα δεδομένα, η πιθανότητα πρόωρης προσφυγής στις κάλπες είναι αναπόφευκτη. Άλλωστε, και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως τόνιζαν οι συνομιλητές του, δεν θα επιτρέψει να γίνει θύμα κανενός, καλώντας όλους να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Υπενθυμίζεται ότι η Κ.Ο. της ΝΔ αριθμεί πλέον 155 βουλευτές, καθώς εκτός από τον κ. Σαμαρά, έχουν διαγραφεί και οι Μάριος Σαλμάς και Λευτέρης Αυγενάκης, ο οποίος πάντως στηρίζει όλα τα κυβερνητικά νομοσχέδια και φέρεται έτοιμος να επιστρέψει.
Και τώρα επιστροφή στη πολιτική έρημο; Αυτό είναι το ερώτημα που τίθεται. Ο κ. Σαμαράς τη γνώρισε και την έζησε μετά την αποτυχία του το 1996 να επιστρέψει στη Βουλή με την «Άνοιξη». Περάσαν οχτώ χρόνια μέχρι να επανεμφανιστεί, συμμετέχοντας στην ευρωλίστα της ΝΔ υπό την ηγεσία του Κώστα Καραμανλή. Ωστόσο, είναι αβέβαιο τι μπορεί να κάνει τώρα. Ένας αισιόδοξος συνεργάτης αναφέρει πως θα πάρει σύντομα τις αποφάσεις του. Ένας άλλος άνθρωπος από το περιβάλλον του εκτιμά ότι στην πράξη δεν έχει πολλές επιλογές, ούτε και η δυνατότητα να ιδρύσει νέο κόμμα. Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε να μετατραπεί σε ιδεολογικό καθοδηγητή της ελληνικής Δεξιάς, πέρα από τη ΝΔ. Η Αφροδίτη Λατινοπούλου τον επαίνεσε άμεσα, καθώς έχει ενσωματώσει πολλά κεντρικά στελέχη στο κόμμα της κατά την περίοδο της θητείας του. Σε κάθε περίπτωση, όσο κι αν η Λατινοπούλου είναι συμπαθής προς τον Σαμαρά, όλοι παρατηρούν ότι η κατάσταση στα δεξιά της ΝΔ παραμένει αρκετά ασταθής.
Είναι προφανές ότι η αποχώρηση του κ. Σαμαρά δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε κάποιον άλλο προσανατολισμό, γεγονός που επηρεάζει πολλούς από τους συνομιλητές του που δεν είναι διατεθειμένοι να τον ακολουθήσουν σε αυτή την αβεβαιότητα.