
Στις αρχές της νέας χιλιετίας, καθεμία από τις πέντε μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες είχε χρηματιστηριακή αξία υψηλότερη από εκείνη της μεγαλύτερης αμερικανικής τράπεζας. Πώς εξηγείται το γεγονός ότι, ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, η μεγαλύτερη αμερικανική τράπεζα έχει μεγαλύτερη κεφαλαιοποίηση από τις πέντε κορυφαίες τράπεζες της ΕΕ μαζί και πώς μπορούν οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να αντιμετωπίσουν αυτή τη δραματική ανατροπή;
ΛΟΝΔΙΝΟ — Πριν από ένα τέταρτο του αιώνα, καθεμία από τις πέντε μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση μεγαλύτερη από εκείνη της μεγαλύτερης αμερικανικής τράπεζας. Σήμερα, η χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση της μεγαλύτερης αμερικανικής τράπεζας, της JPMorganChase, είναι υψηλότερη από εκείνη των πέντε μεγαλύτερων τραπεζών της ΕΕ μαζί. Η ΕΕ αποφεύγει να αναφέρει ονόματα, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζών περιλαμβάνονται η γαλλική BNP Paribas, η γερμανική Deutsche Bank και η ισπανική Santander.
Το εντυπωσιακό αυτό στοιχείο σχετικά με τη χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση αναφέρεται σε έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την τραπεζική ρύθμιση, η οποία δημοσιεύθηκε στα τέλη Ιουλίου. Η Επιτροπή δεν φημίζεται για το ότι εξυμνεί τα επιτεύγματα του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού τομέα. Επομένως, σκοπός της αναφοράς πρέπει να ήταν να σημάνει συναγερμό στα κράτη-μέλη της ΕΕ που εξακολουθούν να αντιστέκονται στις μεταρρυθμίσεις οι οποίες προτείνονται στις εκθέσεις για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, που συνέταξαν τα τελευταία χρόνια ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, και ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας, Ενρίκο Λέτα.
Οι λόγοι για αυτή τη δραματική ανατροπή των σχετικών αποτιμήσεων είναι πολλοί και ποικίλοι. Ένας προφανής παράγοντας είναι ότι η αμερικανική οικονομία ανέκαμψε πολύ ταχύτερα από την ευρωπαϊκή μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ξεπερνώντας τις επιδόσεις της Ευρώπης κατά σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες από το 2009. Ένας ακόμη παράγοντας είναι ότι οι κεφαλαιαγορές των ΗΠΑ είναι βαθύτερες και περισσότερο ευέλικτες, προσφέροντας στις επιχειρήσεις περισσότερες πηγές κεφαλαίων και επιτρέποντας στις τράπεζες να διαχειρίζονται πιο ενεργά τους ισολογισμούς τους.
Επιπλέον, οι δείκτες κόστους προς έσοδα των τραπεζών της ΕΕ παραμένουν πεισματικά υψηλοί, ενώ πολλοί εθνικοί κανονισμοί στέκονται εμπόδιο στη δημιουργία μιας πραγματικά ενιαίας αγοράς. Ο περίπλοκος χορός συγχώνευσης στον οποίο εμπλέκονται η UniCredit και η Commerzbank μπορεί τελικά να έχει ευτυχή κατάληξη, όμως ο χρόνος που έχει απαιτηθεί καταδεικνύει πόσο δύσκολη είναι η τραπεζική ενοποίηση. Εξακολουθούμε να μην έχουμε πανευρωπαϊκές τράπεζες αντάξιες αυτού του χαρακτηρισμού, με πιθανή εξαίρεση τη Revolut.
Οι παραδοσιακές τράπεζες της ΕΕ θα επέρριπταν επίσης ευθύνες στην υπερβολικά συντηρητική εποπτική ρύθμιση της ΕΚΤ. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία είναι περισσότερο άμεσα εκτεθειμένη στις πολιτικές πιέσεις σε σχέση με την ΕΚΤ, αρχίζει να συμμερίζεται αυτή την άποψη.
Η Επιτροπή γίνεται περισσότερο δεκτική στο επιχείρημα ότι η ανάγκη ενθάρρυνσης του τραπεζικού δανεισμού, ιδίως προς τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες στην Ευρώπη εξαρτώνται περισσότερο από τον τραπεζικό δανεισμό σε σχέση με τις αντίστοιχες επιχειρήσεις στις ΗΠΑ, θα πρέπει να αποτελεί παράγοντα που επηρεάζει τον καθορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων. Ίσως, όπως λέει η γνωστή φράση, η ΕΚΤ να επιτυγχάνει τη σταθερότητα του νεκροταφείου, όπου τίποτε δεν κινείται.
Μια συλλογή σχολίων του Project Syndicate που εξετάζει πώς ορισμένα άτομα συσσώρευσαν πρωτοφανή πλούτο και πώς τον χρησιμοποιούν για να αποδομήσουν τη δημοκρατία. Περιλαμβάνονται αναλύσεις των Cristina Enache, Brooke Harrington, James Livingston, Michael Madowitz, Ann Pettifor, Matt Simonton και Quinn Slobodian.
Η δυσκολία είναι ότι τα στοιχεία για τη σχέση ανάμεσα στα τραπεζικά κεφάλαια και την ανάπτυξη είναι αντικρουόμενα. Πρόσφατη έρευνα της εταιρείας συμβούλων διοίκησης Oliver Wyman και της εταιρείας χρηματοοικονομικών ερευνών Autonomous καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πιο συντηρητική προσέγγιση της ΕΚΤ, σε σύγκριση με εκείνη της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, προκαλεί μείωση της απόδοσης ιδίων κεφαλαίων κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα. Πρόκειται για σημαντική, αλλά όχι καθοριστική, επίπτωση. Η ΕΚΤ, όπως ήταν αναμενόμενο, αμφισβητεί αυτό το συμπέρασμα και επισημαίνει τα μακροπρόθεσμα πλεονεκτήματα ενός εξαιρετικά ανθεκτικού τραπεζικού τομέα.
Όμως αυτή είναι μια στατική προσέγγιση και, από τη σκοπιά των τραπεζών της ΕΕ, υπάρχουν ανησυχητικές ενδείξεις για μια αυξανόμενη απόκλιση ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Η Fed έχει ξεκάθαρα εγκαταλείψει τις προτάσεις για την ολοκλήρωση της εφαρμογής της Βασιλείας, το λεγόμενο «Basel Endgame», οι οποίες είχαν προκαλέσει τόσο έντονες αντιδράσεις πριν από δύο χρόνια. Οι σημερινές προτάσεις της Fed, όπως τις έχει παρουσιάσει η αντιπρόεδρος για την Εποπτεία, Michelle Bowman, περιλαμβάνουν μείωση του συμπληρωματικού δείκτη μόχλευσης, χαμηλότερη πρόσθετη κεφαλαιακή επιβάρυνση για τις παγκοσμίως συστημικά σημαντικές τράπεζες, τις G-SIBs, καθώς και άλλες αλλαγές οι οποίες, συνολικά, θα μείωναν κατά περίπου 5% τα απαιτούμενα κεφάλαια μιας μεγάλης αμερικανικής τράπεζας. Αυτό θα εξυπηρετούσε την κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Η Τράπεζα της Αγγλίας κινείται προσεκτικά προς την ίδια κατεύθυνση και, νωρίτερα φέτος, ανακοίνωσε μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων αναφοράς Tier 1 από το 14% στο 13%, ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου σε δείκτη CET1 της τάξης του 11%. Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για ριζοσπαστική κίνηση και οι βρετανικές τράπεζες ζητούν περισσότερα, αλλά αποτελεί ένα βήμα προς μια περισσότερο ανταγωνιστική προσέγγιση, την οποία έχει ζητήσει και η ίδια η κυβέρνηση.
Ωστόσο, η ΕΚΤ παραμένει, προς το παρόν, αυστηρή. Η επικεφαλής της τραπεζικής εποπτείας, Claudia Buch, υποστηρίζει ότι η αυστηρή κεφαλαιακή ρύθμιση δεν έχει περιορίσει στην πράξη την πιστωτική επέκταση. Συμφωνεί ότι απαιτείται απλούστευση — ας σηκώσει το χέρι του όποιος αντιτίθεται στην απλούστευση — αλλά αντιστέκεται στα επιχειρήματα υπέρ μιας συνολικής μείωσης των κεφαλαιακών απαιτήσεων.
Αντίθετα, η ΕΚΤ εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι οι ίδιες οι τράπεζες θα μπορούσαν να κάνουν περισσότερα για να βοηθήσουν τον εαυτό τους, ελέγχοντας αποτελεσματικότερα το κόστος τους. Και ενώ οι δείκτες τιμής προς λογιστική αξία των μεγάλων τραπεζών της ΕΕ παραμένουν χαμηλότεροι από εκείνους των αμερικανικών ανταγωνιστών τους, έχουν τουλάχιστον αρχίσει να αυξάνονται.
Για να είμαστε δίκαιοι, η ΕΚΤ δεν είναι η μόνη που τηρεί αυτή τη στάση. Αν και ο Καναδάς χαλάρωσε σε περιορισμένο βαθμό τις κεφαλαιακές του απαιτήσεις, άλλες σημαντικές οικονομίες δεν έχουν ακολουθήσει. Η Αυστραλία και η Ιαπωνία παραμένουν συντηρητικές και αντιστέκονται στις αλλαγές. Το καθεστώς της Κίνας είναι δύσκολο να συγκριθεί, όμως εκ πρώτης όψεως οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής διατηρούν την παραδοσιακή τους γραμμή, δηλαδή κεφαλαιακές απαιτήσεις ίσες με τις προδιαγραφές της Βασιλείας συν μία επιπλέον ποσοστιαία μονάδα.
Σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις, το πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο είναι διαφορετικό. Η Ευρώπη έχει παγιδευτεί σε μια ισορροπία χαμηλής ανάπτυξης και οι ηγέτες της αναζητούν απεγνωσμένα μια διέξοδο. Όσο αδύναμο και αν είναι το σχετικό επιχείρημα, η μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φαίνεται να προσφέρει την προοπτική κάποιας ανακούφισης. Αυτό είναι ξεκάθαρα που καθοδηγεί την τρέχουσα σκέψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να προετοιμάσει το έδαφος για μια ενδιαφέρουσα σύγκρουση ανάμεσα στην Επιτροπή και την ΕΚΤ το φθινόπωρο, φέρνοντας αντιμέτωπα τα «περιστέρια» των Βρυξελλών με τα «γεράκια» της Φρανκφούρτης. Υπό κανονικές συνθήκες, θα ήταν εύκολο να προβλεφθεί η έκβαση αυτής της μάχης: η ΕΚΤ κρατά τα περισσότερα χαρτιά. Υπάρχουν, όμως, και άλλες παράμετροι που πρέπει να ληφθούν υπόψη.
Το ζήτημα θα μπορούσε να επηρεάσει τις συζητήσεις σχετικά με το ποιος θα διαδεχθεί την Κριστίν Λαγκάρντ στην προεδρία της ΕΚΤ το 2027. Εάν η γερμανική οικονομία παραμείνει στάσιμη, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ενδέχεται να διάκειται ευνοϊκά απέναντι σε κάποιον που θα είναι λίγο λιγότερο πρόθυμος να επιβάλλει διαρκώς ισχυρότερα κεφαλαιακά αποθέματα από ό,τι η συμπατριώτισσά του, κυρία Buch.
Howard Davies, the first chairman of the United Kingdom’s Financial Services Authority (1997-2003), is Professor at Sciences Po. He was Director of the London School of Economics (2003-11) and served as Deputy Governor of the Bank of England and Director-General of the Confederation of British Industry.