
Αν η Ευρώπη θέλει –όπως πρέπει– να επιβληθεί στη διεθνή σκηνή, χρειάζεται να αποκαταστήσει την αυτοπεποίθησή της. Πολλοί αναζητούν μια εναλλακτική στα αμερικανικά και κινεζικά πρότυπα, και γι’ αυτό οι ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να έχουν το θάρρος να χαράξουν τη δική τους πορεία.
ΚΕΪΜΠΡΙΤΖ – Οι δύο υπερδυνάμεις του κόσμου δύσκολα αποτελούν εμπνευστικά πρότυπα για όσους ενδιαφέρονται για τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Παρά την οικονομική της επιτυχία, η Κίνα είναι ένα αυταρχικό καθεστώς που δεν ανέχεται τη διαφωνία. Υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες όχι μόνο εγκατέλειψαν κάθε προσχήμα αντιμετώπισης των τεράστιων ανισοτήτων εισοδήματος και πλούτου, αλλά απομακρύνθηκαν απότομα και από το κράτος δικαίου στο εσωτερικό, ενώ στο εξωτερικό έγιναν ένας απρόβλεπτος, αναξιόπιστος εταίρος.
Πολλοί λαχταρούν ένα καλύτερο μέλλον από αυτό που προσφέρουν τα αμερικανικά και κινεζικά πρότυπα. Αν θέλουμε να πετύχουμε έναν σταθερό, πολυπολικό κόσμο, όπου οι δημοκρατικές φιλοδοξίες παραμένουν ζωντανές, η Ευρώπη θα πρέπει να αναλάβει την πρωτοβουλία.
Όμως και η Ευρώπη έχει τις δικές της αδυναμίες. Η οικονομική της μηχανή δείχνει να χάνει ρυθμό και η δημοκρατία της δέχεται επίθεση από ακροδεξιές ομάδες. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική της δεν έχει εκφυλιστεί όσο στις ΗΠΑ υπό τον Τραμπ, και η ήπειρος εξακολουθεί να διαθέτει πολλές πηγές ισχύος, μεταξύ των οποίων ένα μοντέλο «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς» που παράγει μεγαλύτερη ισότητα και ισχυρότερη μεσαία τάξη από ό,τι στις ΗΠΑ, καθώς και μια μεγάλη οικονομική βάση –συγκρίσιμη με εκείνη των ΗΠΑ αν προσαρμοστεί με όρους ισοδυναμίας αγοραστικής δύναμης– που φιλοξενεί πολλούς καινοτόμους κλάδους.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι στην Ευρώπη λείπει ένα όραμα για το τι θέλει να γίνει, αλλά και ότι συχνά κοιτάζει προς λάθος πρότυπα για έμπνευση. Για πολλούς ηγέτες της ηπείρου, το «ιερό δισκοπότηρο» είναι το αμερικανικό μοντέλο καινοτομίας της Σίλικον Βάλεϊ. Δείχνουν το «χάσμα καινοτομίας» μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο τεκμηρίωσε η επιδραστική έκθεση Ντράγκι, και προωθούν μεταρρυθμίσεις –όπως η ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών και η ψηφιακή απορρύθμιση– που, στην πράξη, θα έκαναν την Ευρώπη πιο όμοια με τις ΗΠΑ.
Αυτός ο θαυμασμός προς τις ΗΠΑ είναι λανθασμένος. Παραγνωρίζει τις ίδιες τις ευρωπαϊκές παραδόσεις ένταξης και ρύθμισης, που έχουν δημιουργήσει πιο δίκαιες κοινωνίες με ευρύτερη πρόσβαση σε καλές θέσεις εργασίας μεσαίας τάξης και πιο αξιόπιστα δίχτυα κοινωνικής προστασίας. Επίσης, παραβλέπει την αποσύνδεση στην Αμερική μεταξύ της καινοτομίας, από τη μία, και της παραγωγικότητας και των γενικών επιπέδων διαβίωσης, από την άλλη.
Είναι αλήθεια ότι, σχεδόν με οποιοδήποτε μέτρο, οι ΗΠΑ δαπανούν περισσότερα για έρευνα και ανάπτυξη και παράγουν περισσότερη καινοτομία. Όμως αυτό μεταφράζεται σε υψηλότερη παραγωγικότητα σε όλη την οικονομία και σε άνοδο του βιοτικού επιπέδου για τους απλούς ανθρώπους μόνο αν τα οφέλη διαχέονται ευρέως. Πράγματι, η αύξηση της παραγωγικότητας στις ΗΠΑ από το 2000 και μετά υπήρξε υποτονική, με εξαίρεση την πολύ πρόσφατη άνοδο. Ο τεχνολογικός κλάδος είναι ένα νησί μέσα σε μια οικονομία όπου πολλοί εργαζόμενοι χρειάζονται δεύτερη δουλειά για να κρατήσουν το κεφάλι τους πάνω από το νερό.
Όπως έχουν δείξει ο Ουφούκ Ακτσιγκίτ του Πανεπιστημίου του Σικάγου και ο Σίνα Ατές του Διοικητικού Συμβουλίου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, η διάχυση της καινοτομίας στις ΗΠΑ έχει επιβραδυνθεί. Ένας μικρός αριθμός μεγάλων επιχειρήσεων έχει μονοπωλήσει την παραγωγή γνώσης, ενώ τα εμπόδια εισόδου και οι περιοριστικές πατέντες δημιουργούν μια μάζα μικρότερων επιχειρήσεων που μένουν πίσω. Η συνακόλουθη συγκέντρωση της καινοτόμου δραστηριότητας σημαίνει ότι το αμερικανικό οικονομικό σύστημα παράγει μια έντονα άνιση κατανομή εισοδήματος και πλούτου, την οποία καμία χώρα δεν θα έπρεπε να θέλει να μιμηθεί. Ο ίδιος ο Τραμπ ανέβηκε στην εξουσία καβάλα στο κύμα δυσαρέσκειας που προκάλεσε αυτό το γεγονός.
Στη μεταποίηση, στόχος του ευρωπαϊκού φθόνου είναι η Κίνα. Η κινεζική μεταποιητική ισχύς έχει πιέσει παραδοσιακούς τομείς ευρωπαϊκής υπεροχής, όπως τα αυτοκίνητα και τα κεφαλαιουχικά αγαθά. Για πολλούς ευρωπαίους βιομηχανικούς ηγέτες, η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας απαιτεί την ανύψωση προστατευτικών φραγμών έναντι των κινεζικών εισαγωγών.
Όμως η Ευρώπη δεν μπορεί να επιστρέψει στις «ένδοξες ημέρες» της μεταποίησης. Οι δουλειές δεν θα επιστρέψουν στα εργοστάσια: ακόμη και η Κίνα έχει χάσει εκατομμύρια θέσεις εργασίας στη μεταποίηση την τελευταία δεκαετία. Η διασφάλιση καλών θέσεων εργασίας στην Ευρώπη θα απαιτήσει εστίαση στις υπηρεσίες, με ενίσχυση τόσο της παραγωγικότητας όσο και των εργασιακών προτύπων σε τομείς που εκτείνονται από τη φροντίδα έως τη φιλοξενία.
Η ανταγωνιστική πρόκληση από την Κίνα απαιτεί πιο στρατηγική απάντηση από τον προστατευτισμό. Η κατάλληλη θεραπεία συνίσταται σε στενά στοχευμένες βιομηχανικές πολιτικές που, σε αντίθεση με τους δασμούς στις εισαγωγές, ενθαρρύνουν άμεσα την καινοτομία και εστιάζουν σε τμήματα της προηγμένης μεταποίησης όπου η Ευρώπη έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνει τεχνολογικός ηγέτης. Στα αυτοκίνητα, για παράδειγμα, η Γερμανία θα έπρεπε να επικεντρωθεί στην επόμενη γενιά ηλεκτρικών οχημάτων, και όχι στα ηλεκτρικά οχήματα μαζικής αγοράς στα οποία η Κίνα έχει γίνει τόσο καλή στην παραγωγή.
Ένα ακόμη πρόβλημα είναι ότι η ΕΕ ως θεσμός δεν είναι καλά εξοπλισμένη για να αναπτύξει το τολμηρό, νέο όραμα που απαιτούν οι σημερινές συνθήκες. Οι ιδρυτές της πίστευαν ότι η οικονομική ένωση θα οδηγούσε τελικά σε πολιτική ένωση. Όμως το όραμά τους δεν υλοποιήθηκε. Η ΕΕ λειτουργεί περισσότερο ως φρένο στην οικονομική πολιτική παρά ως επιταχυντής: δεν είναι αρκετά ενοποιημένη ώστε τα κεντρικά της όργανα να δρουν τολμηρά, αλλά είναι αρκετά ενοποιημένη ώστε οι εθνικοί ηγέτες να νιώθουν ότι δεν μπορούν (ή δεν πρέπει) να πειραματιστούν.
Σήμερα, η ιδρυτική λογική της ΕΕ πρέπει να αντιστραφεί. Οι γεωπολιτικές προκλήσεις απαιτούν η Ευρώπη να ενεργεί ενιαία σε ζητήματα άμυνας και εθνικής ασφάλειας, ενώ οι οικονομικές συνθήκες απαιτούν χαλάρωση των δεσμών της Ένωσης ώστε να επιτρέπεται ο πειραματισμός. Η Ευρώπη θα πρέπει να επικεντρωθεί σε μια κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική. Αλλά δεν υπάρχει κανένα κακό –και ενδέχεται να υπάρχει σημαντικό όφελος– στο να αφήνονται οι χώρες να ακολουθούν τον δικό τους δρόμο στην οικονομία, είτε μόνες τους είτε σε ομάδες της επιλογής τους.
Ας σκεφτούμε τις εμπορικές συμφωνίες που έχει διαπραγματευτεί η ΕΕ με την Ινδία και το μπλοκ Mercosur της Νότιας Αμερικής – φαινομενικές επιτυχίες που, ωστόσο, υπογραμμίζουν την αδυναμία της ΕΕ να ξεπεράσει τις παλιές της εμμονές και διευθετήσεις. Η εμβάθυνση της συνεργασίας της ΕΕ με άλλα μέρη του κόσμου είναι απόλυτη αναγκαιότητα και προϋπόθεση της πολυπολικότητας. Όμως είναι καλύτερο να επιδιώκεται μέσω πολιτικών συμφωνιών. Οι εμπορικές συμφωνίες καταναλώνουν πολιτικό κεφάλαιο στο εσωτερικό και αποσπούν την προσοχή από πιο σημαντικές προτεραιότητες οικονομικής πολιτικής: την ενίσχυση της μεσαίας τάξης μέσω καλών θέσεων εργασίας, την αύξηση της παραγωγικότητας στις κατά κύριο λόγο μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες και την καλλιέργεια ενός οικοσυστήματος καινοτομίας που είναι συμβατό με το κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης.
Αν η Ευρώπη θέλει –όπως πρέπει– να επιβληθεί στη διεθνή σκηνή, χρειάζεται να αποκαταστήσει την αυτοπεποίθησή της. Ο κόσμος χρειάζεται μια εναλλακτική στα αμερικανικά και κινεζικά πρότυπα, και γι’ αυτό οι ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να έχουν το θάρρος να χαράξουν τη δική τους πορεία.